Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
διάνηξιν — διάνηξις swimming through fem acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διανήξεως — διανήξεω̆ς , διάνηξις swimming through fem gen sg (attic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)